Η υποχονδριακή ενασχόληση

Οι υποχονδριακές ενασχολήσεις των εφήβων, μιας εγκυμονούσας γυναίκας ή μιας γυναίκας στην εμμηνόπαυση, ενός ατόμου που περνά στην τρίτη ηλικία ή, επίσης, των ατόμων που έχουν προηγουμένως υποστεί κάποιον τραυματισμό, ακρωτηριασμό ή ατύχημα, όλες αυτές οι τόσο διαφορετικές καταστάσεις μοιράζονται όχι μόνο μια επανέγερση του σωματικού αλλά και ένα εγώ που βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης και από το οποίο απαιτούνται σημαντικές τροποποιήσεις και ελιγμοί. Σε αυτή την διαδικασία και προκειμένου το εγώ να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αναγκαιότητα μετασχηματισμού που του επιβάλλει η εξωτερική και η εσωτερική-ενορμητική πραγματικότητα, η υποχονδριακή ενασχόληση με το σώμα φαίνεται να έρχεται ως ένα αναγκαίο στάδιο, προκειμένου το εγώ, επανεπενδύοντας τον εαυτό του ή μέρος του, να μπορέσει να ανταποκριθεί στο νέο επώδυνο έργο, προκειμένου επίσης να καταφέρει να δώσει νόημα στις πρωτοφανείς σωματικές μεταβολές ή σε ένα γεγονός που έλαβε τραυματικό χαρακτήρα. Προκειμένου δηλαδή να δεσμεύσει μια ποσότητα ενέργειας στο εσωτερικό και να συνδέσει αυτή την ενέργεια με τον αναπαραστατικό ιστό. Με αυτή την έννοια, η υποχονδρία, όπως μου έδειξε η κλινική, φαίνεται να αντιστοιχεί σε μια προσπάθεια αναπαράστασης του σωματικού, ακόμα περισσότερο επειδή έρχεται ως απάντηση στα σχετικά αναπαραστατικά ελλείμματα που αφορούν το σώμα.

Τα αναπαραστατικά ελλείμματα, ωστόσο, δεν αφορούν μονάχα το σώμα. Σχετίζονται, επίσης, με την αναπαραστατική ένδεια ενός εσωτερικού αντικειμένου, το οποίο θα ήταν κατευναστικό, καθησυχαστικό. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο υποχονδριακός αναζητά, ενίοτε απεγνωσμένα, ένα αντικείμενο φροντίδων, ένα εξωτερικό αντικείμενο, που θα τον καθησυχάσει και θα του επιτρέψει να νιώσει ασφάλεια. Όταν δεν μπορεί κανένα εξωτερικό αντικείμενο να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο αίτημα, που εμπλέκει το αέναο αίνιγμα του σωματικού, τότε το υποκείμενο αναζητά να γίνει το ίδιο το αντικείμενο των φροντίδων εαυτού, αναζητώντας στο βάθος να αναβιώσει κάτι από την πρωταρχική σχέση με το πρωτογενές αντικείμενο, εκείνη την σχέση που περιελάμβανε και την σωματική επαφή και ανταλλαγή με την μητέρα. Στο σημείο αυτό συνάντησα μια ιδέα του Φεντιντά (1972), σύμφωνα με την οποία «μέσω ταύτισης με το υποχονδριακό όργανο, ο υποχονδριακός γίνεται η μητέρα του ίδιου του του πόνου». Έτσι ώστε θα λέγαμε ότι το υποχονδριακό όργανο προσφέρεται για έναν λιβιδινικό παροξυσμό επί και εντός του σώματος, ο οποίος μοιάζει να είναι χωρίς προηγούμενο αλλά αποτελεί, στο βάθος, την αναβίωση, στο σώμα, της υπεδραστήριας και υπερευαίσθητης μητέρας των πρώτων ημερών της ζωής. Σε αυτή την προοπτική, η υποχονδρία θα ισοδυναμούσε με μια αναζήτηση στο εσωτερικό, στον ίδιο τον εαυτό, του αντικειμένου των πρωτογενών φροντίδων. […]

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, η προβληματική μοιάζει να τίθεται διαφορετικά και η εμφάνιση της υποχονδρίας να σχετίζεται με την απώλεια ενός μη πενθήσιμου αντικειμένου. Τέτοια αντικείμενα για το εγώ μπορούν να είναι εκείνα που εγγυώνται την ακεραιότητά του, εκείνα που αποτελούν μέρος του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η υποχονδρία χρησιμεύει ως αντι-μελαγχολική άμυνα, προκειμένου να διασωθεί το σώμα, και μέσα από αυτό και το ίδιο το εγώ, που κινδυνεύει, ναρκισσιστικά, να καταρρεύσει μαζί του. Τότε η υποχονδρία, σηματοδοτώντας μια προσπάθεια επανερωτικοποίησης του σώματος, υποδηλώνει ταυτόχρονα μια απόπειρα να διατηρηθεί το σώμα ζωντανό, ηχηρό και θορυβώδες, προκειμένου να μην πέσει στην νεκρική σιωπή. Με άλλα λόγια, επιτρέπει την διάσωση του σώματος ως σεξουαλικού αντικειμένου, που αξίζει ακόμα να αγαπιέται και να επενδύεται, παρά την παραμόρφωσή του και παρά το ότι γέννησε μια σωματική πάθηση. Ταυτόχρονα, το υποχονδριακό όργανο γίνεται τότε ο τόπος όπου, μέσω ενσωμάτωσης, θα ενθυλακωθεί φαντασιωσικά στο εσωτερικό του σώματος το απολεσθέν αντικείμενο, προκειμένου να διατηρηθεί εκεί ανέπαφο και ζωντανό. Πρόκειται για μια άμυνα που χρησιμεύει στην αποφυγή του πένθους, αλλά και αποφυγή ενός ανέφικτου για το εγώ πένθους, η οποία σηματοδοτεί, εντέλει, το τελευταίο προπύργιο προκειμένου το εγώ να μην παραδοθεί στην μελαγχολική ανυπαρξία.
 


Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο των Μαρίλια Αϊζενστάιν-Αβέρωφ, Alain Gibeault, Michel Fain, και Γιώργου Σταθακόπουλου «Υποχονδρία: Τέσσερα κείμενα», εκδόσεις Άγρα

ΕικόναEuropeana

Εκτύπωση   Email

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την βελτίωση της εμπειρίας των χρηστών του. Τα cookies προτιμήσεων επιτρέπουν σε έναν δικτυακό τόπο να «θυμάται» τις επιλογές του χρήστη, όπως τη γλώσσα ή την περιοχή, που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται ο δικτυακός τόπος ή την εμφάνιση του δικτυακού τόπου.