«Ημισωματοαγνωσία»

Ψυχική υγεία και ψυχοθεραπεία

Πολλά χρόνια πριν, όταν ήμουν φοιτητής στην ιατρική, με κάλεσαν στο τηλέφωνο, όπου μία νοσοκόμα πολύ συγχυσμένη μου διηγήθηκε την εξής παράξενη ιστορία:

αφορούσε ένα νέο ασθενή —ένα νέο άντρα— που είχε μπει στο νοσοκομείο μόλις το ίδιο πρωί. Φαινόταν πολύ γλυκός, πολύ φυσιολογικός, όλη την ημέρα, δηλαδή μέχρι πριν από λίγα λεπτά, όταν ξύπνησε μετά από έναν υπνάκο. Έμοιαζε ξαφνικά διεγερμένος και περίεργος, εκτός εαυτού. Άγνωστο πώς, είχε πέσει από το κρεβάτι του και τώρα, καθισμένος στο πάτωμα, μιλούσε ασταμάτητα και κραύγαζε και αρνιόταν να γυρίσει στο κρεβάτι του. Θα μπορούσα ίσως να πάω, με παρακαλούσε η νοσοκόμα, και να ξεδιαλύνω τι συνέβαινε;

Όταν έφτασα, βρήκα πράγματι τον άρρωστο να κάθεται στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι του και να κοιτά έντονα το ένα του πόδι. Η έκφρασή του έδειχνε θυμό, ανησυχία, αμηχανία και κάποια ευθυμία —αμηχανία πιο πολύ απ’ όλα, ανάμεικτη με μια ιδέα φόβου. Τον ρώτησα αν είχε σκοπό να ξανανέβει στο κρεβάτι του ή αν χρειαζόταν βοήθεια, αλλά φάνηκε ενοχλημένος απ’ τις προτάσεις μου και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

Εγκαταστάθηκα δίπλα του κατάχαμα και πήρα το ιστορικό του στο πάτωμα. Μου είπε ότι είχε εισαχθεί, το ίδιο πρωί, για κάποιες εξετάσεις. Δεν ένιωθε καμία ενόχληση, αλλά οι νευρολόγοι, υποψιαζόμενοι ένα «τεμπέλικο» αριστερό πόδι —αυτή ακριβώς τη λέξη είχαν χρησιμοποιήσει— σκέφτηκαν ότι έπρεπε να νοσηλευτεί.

Όλη την ημέρα αισθανόταν εξαίρετα και προς το βράδυ τον είχε πάρει ο ύπνος. Αισθανόταν εξαιρετικά και όταν ξύπνησε, μέχρις ότου μετακινήθηκε στο κρεβάτι του. Τότε, όπως μου είπε, βρήκε «το πόδι κάποιου» στο κρεβάτι του — ένα ακρωτηριασμένο ανθρώπινο πόδι, ένα φρικιαστικό πράγμα! Στην αρχή έμεινε κατάπληκτος, γεμάτος αηδία και έκπληξη — δεν είχε ποτέ νιώσει, ούτε και φανταστεί, ένα τόσο απίστευτο πράγμα.

Ψηλάφισε το πόδι πολύ προσεχτικά. Ήταν τέλεια σχηματισμένο αλλά «παράξενο» και κρύο. Εκείνη τη στιγμή τού ήρθε μια έμπνευση. Τότε μόλις αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί: ήταν όλα μία φάρσα! Μία μάλλον τερατώδης και κακόγουστη αλλά πολύ πρωτότυπη φάρσα! Ήταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς και όλοι γλεντούσαν. Το μισό προσωπικό ήταν μεθυσμένο· πειράγματα και μπισκότα πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις μια σκηνή καρναβαλιού.

Προφανώς κάποια από τις νοσοκόμες με μακάβριο χιούμορ είχε κλέψει απ’ το νεκροτομείο ένα πόδι και μετά, για αστείο, το γλίστρησε κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού του, ενώ αυτός κοιμόταν βαθιά.

Αυτή η εξήγηση τον ανακούφισε πολύ· αλλά θεωρώντας ότι μία φάρσα είναι μία φάρσα και ότι αυτή ξεπέρναγε κάπως τα όρια, πέταξε το καταραμένο πράγμα έξω από το κρεβάτι του. Αλλά —και σ’ αυτό το σημείο ο ήρεμος συζητητικός τόνος του τον εγκατέλειψε και ξαφνικά χλόμιασε και άρχισε να τρέμει— όταν πέταξε το πόδι από το κρεβάτι του, εντελώς ακατανόητα το ακολούθησε και αυτός — και τώρα ήταν κολλημένο επάνω του. 

— Κοιτάξτε το! φώναξε με την αποστροφή ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Έχετε δει ποτέ σας ένα τόσο ανατριχιαστικό, τόσο τρομαχτικό πράγμα; Νόμισα πως ήταν ένα φρέσκο πτώμα. Αλλά είναι κάτι απόκοσμο, μοιάζει σαν να ‘ναι κολλημένο επάνω μου!

Το έπιασε και με τα δυο του χέρια και με τρομαχτική βιαιότητα προσπάθησε να το αποσπάσει από το σώμα του και, αποτυγχάνοντας, άρχισε να το γρονθοκοπά σε μια κρίση λύσσας.

—Ήσυχα! είπα. Ησυχάστε! Πιο ήρεμα! Δε θα χτύπαγα έτσι αυτό το πόδι, αν ήμουν στη θέση σας.

— Και γιατί; ρώτησε ερεθισμένος, με επιθετικό ύφος.

— Γιατί είναι το πόδι σας, απάντησα. Δε γνωρίζετε το ίδιο σας το πόδι-,

Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο έκπληξη ανάμεικτη με δυσπιστία και τρόμο, απ’ όπου δεν έλειπε μια δόση σκωπτικής υποψίας.

— Α, γιατρέ! είπε. Με δουλεύετε! Τα χετε κάνει πλακάκια μ’ εκείνη τη νοσοκόμα — δε θα ‘πρεπε να κοροϊδεύετε έτσι τους ασθενείς!

— Δε σας κοροϊδεύω, είπα. Αυτό είναι το πόδι σας.

Είδε στο πρόσωπό μου ότι ήμουν απόλυτα σοβαρός — και το βλέμμα του γέμισε με απερίγραπτο τρόμο.

— Είπατε πως είναι το πόδι μου, γιατρέ; Δε νομίζετε πως ένας άνθρωπος αναγνωρίζει το ίδιο του το πόδι;

— Απολύτως, απάντησα. Θα έπρεπε να αναγνωρίζει το ίδιο του το πόδι. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να μη γνωρίζει το ίδιο του το πόδι.

Μήπως είστε εσείς που κοροϊδεύετε όλη αυτή την ώρα;

— Σας ορκίζομαι στο Θεό, κάνω σταυρό, ούτε σκέφτηκα κάτι τέτοιο…

Ένας άνθρωπος θα έπρεπε να γνωρίζει το σώμα του, τι είναι δικό του και τι δεν είναι — αλλά αυτό το πόδι, αυτό το πράγμα —και αναρρίγησε πάλι από αηδία— δε μοιάζει κανονικό, δε μοιάζει αληθινό και δε μοιάζει να είναι ένα κομμάτι από μένα.

— Και με τι μοιάζει;

Επανέλαβε τα λόγια μου αργά:

— Θα σας πω τι μοιάζει. Δε μοιάζει με τίποτα επάνω στη γη. Πώς μπορεί ένα πράγμα σαν κι αυτό να μου ανήκει; Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μου ανήκει ένα τέτοιο πράγμα…

Η φωνή του έσβησε κουρασμένη. Φαινόταν τρομαγμένος και σοκαρισμένος.

— Ακούστε, είπα. Δε νομίζω ότι είσαστε καλά. Παρακαλώ, αφήστε μας να σας ξαναβάλουμε στο κρεβάτι. Θέλω, όμως, να σας κάνω μία τελευταία ερώτηση. Αν αυτό, αυτό το πράγμα, δεν είναι το αριστερό σας πόδι (σε κάποιο σημείο της συζήτησής μας το είχε αποκαλέσει «πλαστό» και είχε εκφράσει την απορία του για το πώς κάποιος είχε φτάσει σε μια τέτοια τελειότητα μόνο για να «κατασκευάσει» μία «πιστή απομίμηση»), τότε πού είναι το δικό σας αριστερό πόδι;

Για άλλη μια φορά χλόμιασε — τόσο που νόμισα ότι θα λιποθυμούσε.

— Δεν ξέρω, είπε. Δεν έχω ιδέα. Εξαφανίστηκε. Χάθηκε. Κάπου που δεν μπορώ να το βρω…

 

Πηγή: Oliver Sacks - Ο άνθρωπος που έπεσε από το κρεβάτι

Εικόνα: Tania Melnyczuk

Εκτύπωση